ακκλησιά (η)
  • Εκκλησία
ακμαντάρ'στους (ι)
  • Άνθρωπος επιπόλαιος, χωρίς τάξη
ακόν'σμα (του)
  • Εικόνισμα
ακόνα (η)
  • Μαύρη πέτρα πάνω στην οποία ακόνιζαν τα μαχαίρια
άκουμπετ
  • Επιτέλους, τελικά, όπως και νάχει
    • -Άκουμπετ, φκη α νέχ' κακά ξιτέλεια!
ακρέπ' (του)
  • Χοντρό ξύλο που βιδώνεται σε καθένα από τα δύο «πουδοστάματα» α) το «προυργίο», β) το «πρυμνιό», για να σιγουράρει τα «πουδοστάματα» ενός πλεούμενου και γ) σκορπιός
ακρίθα (η)
  • Το γνωστό κριθαράκι (απόστημα με πύον κοντά στις βλεφαρίδες)
    • -Έβγαλι μιαν ακρίθα τσ ε μπουρεί ν' ανοίξ' του μάκι τ'!
ακρίθαρμα (του)
  • Κρίταμο, αρμυρήθρα (είδος χόρτου). Το κάνουν και τουρσί και το χρησιμοποιούν ως μεζέ στο ούζο
ακρίθας (ι)
  • Η ακρίδα
ακταρμάς (ι)

Ετυμολογία: τουρκ. aktamak = μεταφέρω

  • Αχταρμάς, μπέρδεμα, ανακάτεμα, το πολύ βαθύ σκάψιμο ώστε το κάτω χώμα ν' ανεβεί επάνω και αντίστροφα
ακταρντίζου
αλ'γαριά (η)
άλ'μα (του)
  • Κάθε τι που αλείφεται πάνω σε κάτι
αλ'μπ'τζουμένους (ι)
  • Ο δεμένος από τα πόδια
αλ'μπ'τζώνου
  • Δένω τα πόδια του ζώου δυο - δυο μαζί (δεξιό ή αριστερό μπροστινό και πισινό) για να βραδύνω την κίνησή του, για ευκολότερο έλεγχό του
    • -Ύστιρα πήγα στου πιρβουλέλ' τσ' αλ'μπούτζουσα του γάιδαρου.
Επίσης ως:
αλ'μπούτζα (η)
  • Σχοινί ως μέσο πρόσδεσης των πλαϊνών συνήθως ποδιών των ζώων, για να βραδύνουν την κίνησή τους, για ευκολότερο έλεγχό τους.
    • -Σαμάρουσα π' λέγ'ς κ' γαϊδάρα τσι τσ' έβγαλα κ' αλ'μπούτζα
Επίσης ως:
αλ'πανάβατου

Ετυμολογία: ελλιπώς + ανεβαίνω + τος (κατάλ.) > αλ'πανάβατους (με αρκτικό α, όπως ελαφρός > αλαφρός)

  1. Ψωμί που δεν έχει φουσκώσει (ανέβει) αν έχει όλα τα υλικά επειδή οι κλιματολογικές συνθήκες δεν επέτρεψαν να γίνει η ζύμωση
  2. μτφ. λέγεται και για ανθρώπους που είναι ακατάδεκτοι ή διαφωνούν μονίμως.
    • -Άστουν τουν αλ'πανάβατου!
αλ'χήνα (η)
  • Λειχήνα προσώπου (εξάνθημα του δέρματος)
αλαβάρντα
  • Άνω-κάτω
    • -Ούλα ήντου αλαβάρντα μεσ' του νταμ.
αλάγ' - μαλάγ';
  • Τι κάνετε;
αλαϊδζής (ι)

Ετυμολογία: τουρκ. alay = πειράγματα

  • Αυτός που περιπαίζει, το πειραχτήρι
αλάκμπουλακ (επίρρ.)

Ετυμολογία: τουρκ. alakbulak

  • Άνω - κάτω ή όπω
    • -Άφ'σι του σπίκι τ'ς αλάκμπουλακ, τσι λιόντου μεσ' τσι δρόμ'!
    • -Πήρι φουκιά του σπίκι μ' τσ' έφ'γα αλάκμπουλακ
αλαμπαμπάγκιουνου

Ετυμολογία: τουρκ. alababa günü

  • Ολόφωτο, στολισμένο με σημαίες
    • -Του χουριό είνι αλαμπαμπάγκιουνου = με όλα τα φώτα αναμμένα, στολισμένο με σημαίες
αλατζάς (ι)

Ετυμολογία: τουρκ. alaca

  • Βαμβακερό ύφασμα κατώτερης ποιότητας
αλείβγου
  • Αλείφω
    • -Ε μάνα, άλ'ψι του ψουμί μ'! Βάλι τσι κουμμάκ' τουλουμουκύρ'!
αλειμτζούρα (η)
  • Η κόλλα που βγάζουν τα δένδρα (κυρίως οι αμυγδαλιές). Την έγλειφαν σαν παστίλιες αντί για μαλακτικό του λαιμού
αλέμ σαφά
  • Συχνάζω κάπου όπου περνάω πολύ καλά. Ίσως συνώνυμο του «αλεγρία» = εύθυμη διάθεση, κέφι
    • -Πάου στο χουριό μ' γιακί έφτου έχου αλέμ σαφά = περνάω καλά .
αλεσ'κά (τα)

Ετυμολογία: μσν. αλεστικόν < αλέθω

  • Τα αλεστικά, η αμοιβή του ιδιοκτήτη αλευρομύλου
αλετρόχειρο (του)
  • Σημείο του αλετριού από όπου κρατούσε (οδηγούσε) ο ζευγάς το αλέτρι
αλεύρ' απλουμένου
  • Στη φράση:
    • -Έχ' αλεύρ' απλουμένου = είναι αδιάφορος/η, δε νοιάζεται.
αλευράς (ι)
  • Αρρώστια που χτυπά τα καπνά
αλήμουνους (ι)

Ετυμολογία: αλήμων (= περιπλανώμενος, δυστυχής)

  • Ο κακομοίρης, ο καχεκτικός, ο αδύνατος
αλήσφακας (ι)

Ετυμολογία: μσν. λελίσφακος < αρχ. ελελίσφακος

Δείτε:
άλιαστους (ι)
  • Που δεν τον έχει δει ο ήλιος
αλιβριά (η)
  • Κρεμώδες γλυκό, φτιαγμένο από αλεύρι και ζουμί από βρασμένα σύκα, με λίγο βασιλικό ή τρισαγί ως μυρωδικό και πασπαλισμένο με ψιλοκομμένα αμύγδαλα ή καρύδια
αλιγριά ή αλιγρία (η)
  • Αλεγράρισμα, ανεμελιά.
αλικό
  • Ανύπαρκτο αντικείμενο που έστελναν οι μητέρες τα παιδιά τους να ζητήσουν από κάποιον, ώστε να τα απασχολήσει και να μπορέσουν εκείνες να κάνουν τις δουλειές τους απερίσπαστες.
    • -Άμι σκη θειά σ' να φέρ'ς κουμμάκ' αλικό!
αλικουντίζου

Ετυμολογία: τουρκ. alikomak = αναχαιτίζω, εμποδίζω, κρατώ

  • Εμποδίζω π.χ. κοπάδι από πρόβατα να φύγει από το δρόμο που εγώ το οδηγώ αλλά και περί ανθρώπων και ομάδων από παιδιά προκειμένου να μπουν σε συγκεκριμένο χώρο
αλικουντσμένους (ι)
  • Αυτός που κρατείται ή εμποδίζεται από κάποιον να κάνει κάτι ή να πάει κάπου
αλίμουνους (ι)
  • Κακομοίρης, καχεκτικός
αλιπδάρ'ς (ι)
  • Παμπόνηρος
αλιπός ή αλιπού
  • Αλεπού, μτφ. ο πονηρός σαν αλεπού
    • -Είνι φτός μια αλιπού! Έ τουν ξιγιλάς μι κίπουτα!
αλιπότρυπα (ι)
  • Τοποθεσία όπου φωλιάζει, τρυπώνει η αλεπού
αλίπουδας (ι)
  • Είδος κολλώδους χώματος (όπως η σημερινή πλαστελίνη). Πήρε το σχετικό όνομα από το ότι βρισκόταν σε παραθαλάσσιες περιοχές (αλς+πεδίον)
αλιπουτσνίγια (τα)
  • Το κυνηγητό της αλεπούς
αλισκούν' (η)
  • Αρωματικό φυτό για αφέψημα-μέντα
άλισμα (του)
  • Ποσότητα σιταριού που έχει μεταποιηθεί σε αλεύρι στον αλευρόμυλο
αλισματάς (ι)
  • Αυτός που μεταποιεί το σιτάρι σε αλεύρι
αλιστός (ι)
  • Αλεστός, αλεσμένος
αλίσφακας (ι)
  • Αλισφακιά ή αλιφασκιά = η φασκομηλιά (φάρμακο κατά του πυρετού). Φρ.:
    • -Α τ' ψήσου τουν αλίσφακα τ' = θα τον ξεγελάσω
Επίσης ως: