ζλιόγατα (η)
-
Ζηλιάρα
- -Φκή είνι μια ζλιόγατα! Ντα, θέλ' του καλό καμιανού;
ζμαρίδα (η)
- Μαρίδα (μικρά ψάρια)
ζμίγου
- Μαλώνω κάποιον ή με κάποιον
-
Συναντώ κάποιον
- -Ντα έχ' τσι κλαί τούτους; -Να τουν έζμιξι ι μπαμπάς τ'!
- -Πώς τσ' έτς; - Να στου δρόμου ζμίξαμι!
ζμιρχιά
- Θάμνος που φύεται στις όχθες ποταμών
ζμουρουμένους (ι)
-
Εκείνος που κάθεται χωρίς να μιλάει, με χαμηλό βλέμμα, ο φοβισμένος.
- -Κάντου σι μια γουνιά ζμουρουμένους τσ' εν έβγαζι μ'λιά!
ζμουρώνου
-
Κάθομαι χωρίς να μιλάω, με χαμηλό βλέμμα, μαζεύομαι
- -Ζμούρουξι σκ' γουνιά τ'= μαζεύτηκε στη γωνιά του
ζμπιθιριά (τα)
- Συμπεθεριά
ζμπιρίλουγα (τα)
-
Μικροαντικείμενα του σπιτιού, μικροπράγματα, εργαλεία
- -Μές του τρουβά τ' είδα πούχι τα ζμπιρίλουγα τ' τσ' έφ'γι για κη δ'λειά.
ζνίχ (του)
-
Ο σβέρκος, ο αυχένας
- -Πάτα τουν πάνου στου ζνίχ
ζνιχώνου
- Πιάνω από το σβέρκο
ζντρουφιά (η)
- Συντροφιά
ζο (του), ζά (τα)
- Το ζώο, τα ζώα
- Με το στανιό, με το ζόρι, με κάθε τίμημα
-
Ζόρι=βία, καταναγκασμός
- -Ζορ' η δ'λειά, μπιλάς τα γράμματα
- -Η χήρα τ' πουτές εν έβαζι του κουρμί τ'ς στου ζορ'!
ζούβα του
- Σβήστο
ζούβσι
-
Έσβησε
- -Ζούβσι η μηχανή
ζουή σι λόγου σ'
- Συλλυπητήρια ευχή
- Αγρίμι, άγριο ζώο
- μτφ. άνθρωπος αμόρφωτος, ανόητος
Επίσης ως:
ζούμπακας (ι)
- Κοντόχοντρος, κοντοστούπης
ζουμπάς (ι)
Ετυμολογία: τουρκ. zimba = εργαλείο που τρυπά μέταλλα ή σπρώχνει κεφάλια καρφιών που εξέχουν
- μικρό βοηθητικό εργαλείο του χεριού που το χτυπούμε με το σφυρί πάνω σε μια επιφάνεια για να την τρυπήσουμε
- μτφ. άτομο κοντού αναστήματος, κοντοστούπης
ζουντανά (τα)
- Ζώα (συνήθως του αγροκτήματος)
ζουντόβουλου (του)
- Άθλιος (λέξη υβριστική)
ζούπα
-
Μούσκεμα
- -Ε βλέπ'ς, ζούπα γίν'κα!
ζούπαγρο ή ζούπα γρο
- Πολύ βρεγμένο
- Ο χαζός ή πολύ αφελής
-
Ζορίζω
- -Ζόρσι η δ'λειά = η δουλειά δυσκόλεψε
- Ζόρισμα, πίεση
- Καταπονώ, ζορίζω, ασκώ πίεση
- Ζορίζομαι, δυσκολεύομαι, υποφέρω
- Παίρνω κάτι με την ‘παλικαριά' μου, με το έτσι θέλω
- υποκορ.της λ. ζουρνάς (λαϊκό μουσικό πνευστό όργανο)
ζουστήρα (η)
- Η ζώνη
ζούφσει
- Έσβησε
ζουχάδις (οι)
- Οι αιμορροΐδες
ζόχους (ι)
- Είδος φαγώσιμου χόρτου
ζτράν' (του)
-
Η στάθμη = νήμα με βαρίδι στο κάτω άκρο, το αλφάδι των οικοδόπων.
- -Πάρι τα ζτράνια σ' τσι δρόμου = μάζεψέ τα και φύγε
ζύγ' (του)
- Το νήμα της στάθμης
ζύγκαμα (του)
- Το σύγκαμα (συν + καιω)