Βρέθηκε ακριβές λήμμα
ανιβατός (ι)
  • Λαχάνιασμα, δύσπνοια.
    • -Ψε μ' έπιασι ένας ανιβατός, ήλιγα θα βγεί η ψ'χή μ'.