Βρέθηκε ακριβές λήμμα
αντιχώ
  • Εμποδίζω, κρατώ, σταματώ
    • -Έ Μήτρου, αντίχα μπε του μ'λαρ! Α γκόψ' τσ' ύστιρα α τρέχουμι σταυρουπιταλάκ' να του βρούμι.