Βρέθηκε ακριβές λήμμα
απουμουν'κός (ι)
  • Υπομονετικός
    • -Απουμουν'κός είνι ι κατσπουδιάρ'ς τσι κι' αντέχ' κη γ'ναίκα τ'!