Βρέθηκε ακριβές λήμμα
άρπαμα (του)
- Κάτι που συνήθως το αρπάζουμε, το κλέβουμε
- Ανεπιθύμητη, χωρίς τη θέληση του ζευγαριού, εγκυμοσύνη
-
Παιδί που δε μοιάζει στον πατέρα του (με σκωπτική διάθεση), μπάσταρδος
- -Τούτου του μουρό ε μοιάζ' τ' μπαμπά τ', μπας τσ' είνι κάνα άρπαμα, λέου