Βρέθηκε ακριβές λήμμα
απόσ'κου (του)

Ετυμολογία: από + αρχ. σύκον

  • Απόσυκο = μικρό σύκο, δεύτερης διαλογής που ωριμάζει στο τέλος της συκικής παραγωγής
Παρόμοιες λέξεις
πόσ'κου (του)