Βρέθηκε ακριβές λήμμα
απουλ'φάδ' (του)

Ετυμολογία: από + λειφάδιον < λείπω

  • Το απολειφάδι, το ελάχιστο υπόλοιπο του σαπουνιού
Παρόμοιες λέξεις
πουπλάτς