Βρέθηκε ακριβές λήμμα
βιρχανές (ι)
  • Τεράστιος χώρος οικήματος (αποθήκης κ.τ.λ.)
Παρόμοιες λέξεις
βερχανές

Ετυμολογία: τουρκ. verhane