Βρέθηκε ακριβές λήμμα
βούζνας (ι) ή βουζνάρ (του)
  • Καλόγερος, καρούμπαλο, δερματικός όγκος
    • -Έχ' ένα βουζνάρ πα στου λιμό τ'